Σχεδόν έξι χρόνια μετά τον τραγικό θάνατο του πρώην Υπουργού Σήφη Βαλυράκη στη θαλάσσια περιοχή της Ερέτριας τον Ιανουάριο του 2021 και περίπου έναν χρόνο από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η δίκη, που -υπενθυμίζεται- είχε μεταφερθεί από την Χαλκίδα στην Ευελπίδων, βρίσκεται στην τελική της ευθεία ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών...Με τον Εισαγγελέα της Έδρας να έχει ήδη προτείνει την ενοχή των δύο κατηγορουμένων ψαράδων της Ερέτριας για ανθρωποκτονία με δόλο κατά συναυτουργία, η 60ή συνεδρίαση του δικαστηρίου σημαδεύτηκε από την αγόρευση της συνηγόρου υποστήριξης της κατηγορίας Ζωής Κωνσταντοπούλου.
Η κορυφαία ποινικολόγος, νομικό φαινόμενο και πολιτική αρχηγός, Ζωή Κωνσταντοπούλου συγκλόνισε και τράνταξε συθέμελα τις δικαστικές αίθουσες της Ευελπίδων κατά τη διάρκεια της μαραθώνιας και καθηλωτικής αγόρευσής της για την πολύκροτη υπόθεση του αείμνηστου Σήφη Βαλυράκη.
Παρουσία πλήθους κόσμου στη δικαστική αίθουσα, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, με μια αγόρευση -χείμαρρο που θα μείνει στην ιστορία των ελληνικών δικαστικών χρονικών τόνισε ότι αποδείχτηκε ξεκάθαρα σε όλες αυτές τις συνεδριάσεις πως πρόκειται για μία ξεκάθαρη δολοφονία και ότι οι δύο κατηγορούμενοι ψαράδες πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, όπως πρότεινε και ο εισαγγελέας της έδρας.
Η κορυφαία νομικός περιέγραψε με συγκλονιστικό τρόπο το τοπικό παρακρατικό εφιάλτη που βίωσε η οικογένεια και η χήρα του Σήφη Βαλυράκη στην προσπάθειά τους να λάμψει η αλήθεια. Ένα τοπικό ανελέητο ισχυρό τείχος που στήθηκε από τις τοπικές αρχές της Χαλκίδας σε βάρος της οικογένειας του Σήφη Βαλυράκη στη Χαλκίδα και ειδικά στη σύζυγο - χήρα του Σήφη Βαλυράκη, Μίνα Βαλυράκη, η οποία προδόθηκε μέχρι και από τοπικούς δικηγόρους της Χαλκίδας που είχε προσλάβει αρχικά, οι οποίοι λειτουργώντας ως φερέφωνα του τοπικού συστήματος, είτε φοβήθηκαν, είτε συμβιβάστηκαν με το τοπικό κατεστημένο, φτάνοντας στο σημείο να προδώσουν και την ίδια, ωστόσο η οικογένεια Βαλυράκη βρήκε τη δικαίωση στο πρόσωπο της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Η ίδια πέτυχε το αδιανόητο: έσπασε το τοπικό μπλόκο, ξεπέρασε τις μεθοδεύσεις και κατάφερε να αλλάξει η έδρα της δίκης, μεταφέροντάς την οριστικά από τη Χαλκίδα στην Αθήνα, οδηγώντας την υπόθεση σε ανεξάρτητους δικαστικούς λειτουργούς εκτός Χαλκίδας.
Η κ.Κωνσταντοπούλου ξεσκέπασε με ονόματα και στοιχεία τη βαθιά διαφθορά και σήψη που επικρατεί στις τοπικές αρχές της Χαλκίδας αποκαλύπτωντας το παρασκηνιακό θρίλερ, όπως την άρον - άρον αρχειοθέτηση της υπόθεσης από τον τότε Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χαλκίδας, Δημήτρη Προκοπίου το έτος του 2021, την προφυλάκιση και την αποφυλάκιση μέσα σε 20 μέρες των κατηγορούμενων ψαράδων από τους ίδιους δικαστικούς λειτουργούς της Χαλκίδας, κάτι που η ίδια είπε ότι στα 30 χρόνια που είναι δικηγόρος δεν το έχει ξαναδεί ποτέ στην καριέρα της να συμβαίνει. Επισημαίνοντας και υπενθυμίζοντας παράλληλα πως ο συγκεκριμένος Εισαγγελέας έχει μηνυθεί από την οικογένεια Βαλυράκη όπως και οι τότε Λιμενάρχες Χαλκίδας και Ερέτριας οι οποίοι είναι κατηγορούμενοι και θα καθίσουν στο εδώλιο το επόμενο χρονικό διάστημα.
Επίσης η Ζωή Κωνσταντοπούλου επανέλαβε το άλλο σοκαριστικό γεγονός, που είχε γράψει από την πρώτη στιγμή το EviaZoom.gr, πως η Μίνα Βαλυράκη, χήρα και σύζυγος του Σήφη Βαλυράκη, όπως είχε καταγγείλλει η ίδια τότε, είχε δεχθεί πιέσεις μέχρι και από το γραφείο του -τότε- Υπουργού Δικαιοσύνης Κώστα Τσιάρα, και συγκεκριμένα από μία διορισμένη υπάλληλο του Τσιάρα, η οποία μάλιστα είναι Εισαγγελέας και κουμπάρα με τον -τότε- Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χαλκίδας, Δημήτρη Προκοπίου και της είχε ζητήσει να σταματήσει να ερευνά την υπόθεση του θανάτου του συζύγου της στην Ερέτρια και να πάρει πίσω τις μηνύσεις.
Παράλληλα η Ζωή Κωνσταντοπούλου υπενθύμισε και τις πρακτικές μαφίας, όπως τον εκφοβισμό των μαρτύρων, ένας εξ΄αυτών μάλιστα παραδέχτηκε δημόσια και κλαίγοντας ότι αναγκάστηκε να κλείσει μέχρι και την πολύχρονη επιτυχημένη επιχείρηση του που διατηρούσε χρόνια στην Ερέτρια εξαιτίας των σοβαρών απειλών που δέχονταν για να μην καταθέσει για τον θάνατο του Σήφη Βαλυράκη, καθώς ήταν ένας από τους αυτόπτες μάρτυρες που είδαν τι συνέβη.
Επίσης η κ.Κωνσταντοπούλου προχώρησε στο ζήτημα ενδεχόμενης τηλεφωνικής παρακολούθησης του Σήφη Βαλυράκη και στη σημασία της τελευταίας επικοινωνίας του.
Το πόρισμα για τη Siemens και η θεσμική σύνδεση με το παρελθόν
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου ανάφερε επίσης στην αγόρευσή της ένα χρονικό και θεσμικό σημείο φαινομενικά απομακρυσμένο από το άμεσο αντικείμενο της ποινικής δίκης.
Ανοίγοντας το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής για την υπόθεση της Siemens του 2011 —όπου ο Σήφης Βαλυράκης είχε διατελέσει πρόεδρος—, ανέγνωσε σχετικά αποσπάσματα, επαναφέροντας τη διάσταση της δημόσιας δράσης του εκλιπόντος.
Όπως επισημαίνει σε σχετική δημόσια ανάλυσή του ο Μάνος Λαμπράκης, η αναφορά αυτή διαθέτει βαθιές ρίζες στην κοινοβουλευτική ιστορία: το 2015, ως Πρόεδρος της Βουλής και επικεφαλής της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, η κ. Κωνσταντοπούλου είχε επαναφέρει την υπόθεση της Siemens στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, καλώντας τον Βαλυράκη, ο οποίος προσήλθε τρεις φορές για να καταθέσει τα πορίσματα μιας έρευνας που θεωρούσε ανοιχτή. Έντεκα χρόνια μετά από εκείνη την πρωτοβουλία, η ίδια βρέθηκε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου ως συνήγορος της οικογένειάς του, με τον κοινοβουλευτικό Βαλυράκη να επανέρχεται στη διαδικασία όχι απλώς ως πολιτικό σύμβολο, αλλά ως το πρόσωπο πίσω από τη δικογραφική ιδιότητα του θύματος.
Ιστορικές διαδρομές από τη δικτατορία: Οι φυλακές Κέρκυρας και η καρτ ποστάλ
Πέρα από τις κοινοβουλευτικές διασταυρώσεις, η υπόθεση κουβαλά ένα ισχυρό βιογραφικό υπόβαθρο που εκκινεί από τα χρόνια της δικτατορίας. Ο Σήφης Βαλυράκης είχε συνδεθεί με τον Νίκο Κωνσταντόπουλο ως πολιτικός κρατούμενος του καθεστώτος των συνταγματαρχών, μοιραζόμενος τις συνθήκες εγκλεισμού στις φυλακές της Κέρκυρας.
Από την περίοδο εκείνη διασώζεται και η ιστορία της καρτ ποστάλ που είχε μεταφέρει στις φυλακές η μητέρα της Ζωής Κωνσταντοπούλου, Λίνα Αλεξίου. Το υλικό αυτό είχε αξιοποιηθεί τότε από τον Βαλυράκη για την κατόπτευση των χώρων πριν από την ιστορική του απόδραση. Μισό αιώνα αργότερα, ο Νίκος Κωνσταντόπουλος και η κόρη του παρίστανται στη δικαστική αίθουσα εκπροσωπώντας την οικογένεια του παλιού συγκρατούμενου, σε μία σχέση με το δίκαιο που εδράζεται στην ιστορική εμπειρία αναχαίτισης της αυθαίρετης κρατικής ισχύος.
Ακολουθεί ολόκληρη η ανάρτηση του Μάνου Λαμπρακη:
«Πολλά από όσα νομίζουμε ότι γνωρίζουμε για τη Ζωή Κωνσταντοπούλου αποδεικνύονται ανεπαρκή όταν τη βλέπεις να εργάζεται επί ώρες μέσα σε μια αίθουσα δικαστηρίου. Σήμερα, στην 60η συνεδρία δίκη για την δολοφονία του Σήφη Βαλυράκη, άρχισε την αγόρευσή της από έναν χρόνο φαινομενικά ξένο προς το αποδεικτέο αντικείμενο της συγκεκριμένης ποινικής διαδικασίας.
Άνοιξε το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής για τη Siemens του 2011, της οποίας προήδρευσε ο Βαλυράκης, και ανέσυρε αποσπάσματα χωρίς να καταφύγει σε αναδρομική συναισθηματοποίηση.
Το 2015, ως Πρόεδρος της Βουλής και της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, είχε επαναφέρει η ίδια τη Siemens στον κοινοβουλευτικό έλεγχο και είχε καλέσει επανειλημμένα τον Βαλυράκη. Εκείνος προσήλθε τρεις φορές, μεταφέροντας το πραγματολογικό και πολιτικό υπόλοιπο μιας έρευνας που δεν θεωρούσε εξαντλημένη και μιας θεσμικής λογοδοσίας που παρέμενε ανοιχτή.
Έντεκα χρόνια αργότερα, η ίδια γυναίκα άνοιγε ξανά το πόρισμά του, αυτή τη φορά ως συνήγορος της οικογένειάς του ενώπιον Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου. Η χρονική απόσταση σχεδόν κατέρρεε, καθώς ο κοινοβουλευτικός Βαλυράκης επέστρεφε μέσα στην ποινική δίκη όχι ως πολιτικό σύμβολο, αλλά ως το πρόσωπο πίσω από τη δικογραφική ιδιότητα του θύματος.
Πολύ πριν από τη Siemens, ο Βαλυράκης είχε γνωρίσει τον Νίκο Κωνσταντόπουλο ως πολιτικό κρατούμενο της δικτατορίας, όταν η κρατική ισχύς είχε αποδεσμευθεί από κάθε ουσιαστικό δικαιοκρατικό αυτοπεριορισμό. Στις φυλακές της Κέρκυρας ανήκει και η ιστορία της καρτ ποστάλ που, κατά τη δημόσια αφήγηση της Ζωής Κωνσταντοπούλου, είχε μεταφέρει η μητέρα της, Λίνα Αλεξίου. Ο Βαλυράκης την αξιοποίησε για την κατοπτεία του χώρου πριν από την απόδρασή του, μια λεπτομέρεια αρκετά ισχυρή ώστε να μη χρειάζεται καμία μεταγενέστερη μυθοποίηση. Μισόν αιώνα αργότερα, ο παλιός συγκρατούμενος βρίσκεται νεκρός και ο Νίκος Κωνσταντόπουλος παρίσταται μαζί με την κόρη του για την οικογένεια εκείνου που μοιράστηκε μαζί του τον εγκλεισμό.
Η βιογραφική αυτή διαδρομή δεν παράγει αποδεικτικό προνόμιο, φωτίζει όμως μια καταγωγική σχέση με το Δίκαιο ως μηχανισμό αναχαίτισης της αυθαίρετης κρατικής ισχύος.
Εξηγεί ίσως και γιατί στη δικηγορία της Κωνσταντοπούλου η δυσπιστία απέναντι στην έτοιμη θεσμική βεβαιότητα δεν εμφανίζεται ως περιστασιακή στρατηγική, αλλά ως σταθερή μέθοδος.
Μέσα στο ακροατήριο διακρίνεται γρήγορα ό,τι η τηλεοπτική αναπαράσταση αποκόπτει συστηματικά από την ένταση της δημόσιας εικόνας της, την εξαιρετικά πυκνή τεχνική υποδομή αυτής της δικηγορίας. Κατοχή της δικογραφίας, μνημονική ανάκληση, χρονική ανακατασκευή, αντιπαραβολή καταθέσεων και ικανότητα εντοπισμού της μικρής πραγματολογικής ασυνέχειας που μπορεί να αποσταθεροποιήσει μια φαινομενικά συμπαγή αφήγηση. Μια φράση μάρτυρα παραμένει ενεργή μέχρι να ελεγχθεί απέναντι σε έγγραφο, τεχνικό δεδομένο, προηγούμενη κατάθεση ή διαφορετική εκδοχή του ίδιου περιστατικού.
Πρόκειται για σπάνια εργασία πάνω στη μικροσκοπική περιοχή όπου η ένδειξη διεκδικεί να γίνει απόδειξη και η πιθανότητα επιχειρεί να αποκτήσει την ποιότητα δικανικής πεποιθήσεως. Εκεί απαιτούνται αξιολόγηση αξιοπιστίας, εσωτερική και εξωτερική συνοχή, αιτιώδης συνάφεια και αποκλεισμός ανταγωνιστικών εκδοχών πριν η πραγματολογική ανακατασκευή μπορέσει να στηρίξει ασφαλή υπαγωγή.
Η Κωνσταντοπούλου είναι εξαιρετικά ισχυρή ακριβώς σε αυτή την περιοχή, επειδή αρνείται να χαρίσει στην επανάληψη το κύρος που μόνο η απόδειξη δικαιούται να παράγει.
Η κατάθεση του Αντώνη Σαμαρά τον περασμένο Ιούνιο έδειξε καθαρά αυτή τη μέθοδο, καθώς απέναντί της βρέθηκε ένας μάρτυρας με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος και προσωπική γνώση του Βαλυράκη. Ο πρώην πρωθυπουργός κατέθεσε ότι είχε συνομιλήσει μαζί του λίγες ώρες πριν από τον θάνατό του και εξέφρασε την κατάπληξή του για την αρχική αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Η Κωνσταντοπούλου προχώρησε στο ζήτημα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, στη δική του παρακολούθηση και στην πιθανή ερευνητική σημασία της τελευταίας επικοινωνίας με τον Βαλυράκη. Κανένας αιτιώδης σύνδεσμος δεν έχει αποδειχθεί μεταξύ παρακολουθήσεων και θανάτου, επομένως η μετατροπή της ερευνητικής υπόθεσης σε βεβαιότητα θα παραβίαζε την ίδια αποδεικτική πειθαρχία που απαιτείται από το δικαστήριο. Το ενδιαφέρον βρισκόταν ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο μια πιθανή ερευνητική κατεύθυνση παρέμενε ανοιχτή χωρίς να μεταμφιέζεται σε ήδη αποδεδειγμένο πραγματικό γεγονός. Και ο πρώην πρωθυπουργός, παρά το πολιτικό του εκτόπισμα, παρέμενε εκεί αυτό που οφείλει να είναι κάθε μάρτυρας ενώπιον ανεξάρτητης δικαιοδοτικής κρίσεως, φορέας ελεγχόμενης αποδεικτικής πληροφορίας.
Η Κωνσταντοπούλου γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τη δημόσια διχοτομία θαυμασμού και αποστροφής που επί χρόνια οργανώνει την πρόσληψη του πολιτικού της προσώπου. Αντιλαμβάνεται την ποινική διαδικασία ως καθεστώς ελεγχόμενης γνωστικής αβεβαιότητας, όπου το ιστορικό συμβάν ανακατασκευάζεται εκ των υστέρων από ίχνη που υπόκεινται σε κανόνες αποδεικτικής νομιμότητας.
Το γεγονός όπως συνέβη, το γεγονός όπως μπορεί νομίμως να αποδειχθεί και το γεγονός όπως τελικά αποτυπώνεται στη δικαστική αιτιολογία δεν ταυτίζονται αναγκαστικά. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται δικαιώματα υπερασπίσεως, αντιφάσεις, αξιολογήσεις αξιοπιστίας, αποδεικτικά κενά και η απαγόρευση μετατροπής μιας ισχυρής πιθανολόγησης σε καταδικαστική βεβαιότητα. Γι’ αυτό το τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων παραμένει ακέραιο μέχρι την ετυμηγορία, παρά την εισαγγελική πρόταση περί ενοχής τους.
Η ίδια δικαιοκρατική αρχιτεκτονική επιβάλλει όμως αποτελεσματική διερεύνηση ενός βίαιου θανάτου και επαρκή αιτιολόγηση κάθε απόφασης που αποκλείει μια ουσιώδη ερευνητική κατεύθυνση.
Η υπόθεση Βαλυράκη απέκτησε ακριβώς αυτή τη διάσταση μετά την αρχική αρχειοθέτηση και τη μακρά δικαστική διαδρομή που τελικά την οδήγησε στη σημερινή ακροαματική διαδικασία. Η οικογένεια και οι συνήγοροί της μιλούν για συγκάλυψη, έναν βαρύ ισχυρισμό που δεν πρέπει να συγχέεται με γεγονός ήδη διαπιστωμένο από δικαστική απόφαση.
Πολύ σημαντικότερο είναι το πρόβλημα που βρίσκεται από κάτω, η εξουσία ενός κρατικού μηχανισμού να κηρύσσει επαρκή τη γνώση που συγκέντρωσε και να περατώνει θεσμικά την αναζήτησή της.
Η αρχειοθέτηση δεν είναι ουδέτερη τεχνική πράξη, αφού αποκλείει ερευνητικές δυνατότητες, κατανέμει αξιοπιστία και εγκαθιστά μια συγκεκριμένη εκδοχή του πραγματικού στην κανονιστική μνήμη της πολιτείας. Η αμφισβήτησή της αποτελεί συνεπώς λειτουργία των ίδιων των διορθωτικών εγγυήσεων που το κράτος δικαίου κατασκευάζει απέναντι στην πιθανότητα δικής του πλάνης.
Η δικηγορία της Κωνσταντοπούλου γίνεται αναπόφευκτα πολιτική, επειδή μετατρέπει την αμφιβολία από ιδιωτική δυσπιστία σε θεσμικά αρθρωμένη απαίτηση λογοδοσίας.
Η δικηγόροςΚωνσταντοπούλου εξηγεί τελικά την πολιτικό πολύ περισσότερο από όσο η πολιτικός Κωνσταντοπούλου εξηγεί τη δικηγόρο. Η δυσπιστία προς την ανεξέλεγκτη εξουσία, η απαίτηση εξαντλητικής αιτιολογίας και η άρνηση της πρόωρης περάτωσης αποκτούν στο ακροατήριο συγκεκριμένο κανονιστικό και δικονομικό περιεχόμενο. Ακόμη και χαρακτηριστικά που στη δημόσια σφαίρα προσλαμβάνονται ως υπερβολή αλλάζουν μέτρο όταν υποτάσσονται στις απαιτήσεις μιας πολύωρης εξέτασης και στην αμείλικτη επαληθευσιμότητα της δικογραφίας. Εκεί η ρητορική χωρίς γνώση εξαντλείται γρήγορα, επειδή κάθε ισχυρισμός συναντά τελικά ένα έγγραφο, μια κατάθεση, μια ημερομηνία ή μια αντίφαση που απαιτεί ακριβή απάντηση. Η πολιτική της συγκρότηση μοιάζει τότε λιγότερο με ιδεολογικό πρόγραμμα και περισσότερο με συγκεκριμένη θεωρία δημοκρατικής νομιμοποίησης, σύμφωνα με την οποία καμία εξουσία δεν αυτονομιμοποιείται απέναντι στον έλεγχο
Πρόκειται για θέση απαιτητική και συχνά συγκρουσιακή, αλλά βρίσκεται βαθιά μέσα στην αντιπλειοψηφική λογική του κράτους δικαίου, όπου η διαδικαστική εγγύηση υπάρχει ακριβώς για να δυσκολεύει την ισχύ.
Σήμερα, λοιπόν, δεν κράτησα μια «δυνατή εμφάνιση» της Ζωής Κωνσταντοπούλου, έκφραση υπερβολικά μικρή για να περιγράψει αυτό που μπορεί να σημαίνει η μαχόμενη δικηγορία στην πλήρη ανάπτυξή της. Κράτησα την πειθαρχία μιας νομικού που γνωρίζει ότι η δικανική αλήθεια δεν δωρίζεται από την ηθική πεποίθηση, αλλά κατασκευάζεται επώδυνα μέσα από απόδειξη, αντίκρουση και αιτιολογία. Κράτησα επίσης ένα πολιτικό πρόσωπο του οποίου η βαθύτερη ιδιοσυστασία γίνεται καθαρότερη όταν επιστρέφει στην πρωταρχική επαγγελματική του ιδιότητα και υποβάλλεται στους αυστηρούς περιορισμούς της.
Η Κωνσταντοπούλου δεν χρειάζεται μέσα στο δικαστήριο ούτε τον μύθο ούτε την πολιτική της εικόνα, επειδή διαθέτει κάτι πολύ δυσκολότερο να κατασκευαστεί επικοινωνιακά, πραγματική δικηγορική συγκρότηση. Και αυτό αξίζει να το δει κάποιος, έστω μία φορά, πριν αποφασίσει αν την αγαπά, την αντιπαθεί, συμφωνεί ή συγκρούεται πολιτικά μαζί της.
Και τότε καταλαβαίνει ότι πίσω από την οξύτητα βρίσκεται μια πολύ συγκεκριμένη αξίωση περί Δημοκρατίας, καμία εξουσία να μη δικαιούται την τελευταία λέξη πριν υποχρεωθεί να αποδείξει ότι άκουσε όλες τις προηγούμενες».
Όλο το πόρισμα του 2011 στον ακόλουθο σύνδεσμο: https://docs.google.com/file/d/0B67g1ijgatpKMG9LbWZ1bFV6Njg/edit?pli=1&resourcekey=0-9VQZQIoQ6Ov441UqPyRmpQ















